ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΝΤΑΣ 19/11
Αχμέντ Αμπντάλα (Ηλιόπολις), Ντέιβιντ Λόβερυ (Σαιντ Νικ),
Άντονυ Γκίτενς (διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ουάσιγκτον), Σπύρος Θωμόπουλος (κριτικός κινηματογράφου)
Η ευελιξία του σεναρίου και η ελλειπτική αφήγηση, η οργάνωση ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ καθώς και ο ρόλος των κριτικών κινηματογράφου, αποτέλεσαν τους κύριους θεματικούς άξονες στο πέμπτο «Κουβεντιάζοντας» του 50ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 19 Νοεμβρίου, στο Αντλιοστάσιο, με συντονίστρια τη δημοσιογράφο Έλενα Χριστοπούλου.
Στην συζήτηση συμμετείχαν οι σκηνοθέτες Αχμέντ Αμπντάλα (Ηλιόπολις) και Ντέιβιντ Λοβερυ (Σαιντ Νικ), ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ουάσιγκτον, Άντονυ Γκίτενς και ο κριτικός κινηματογράφου Σπύρος Θωμόπουλος.
Η προβολή αποσπασμάτων από τις ταινίες «Ηλιόπολις» και «Σαιντ Νικ», οι οποίες συμμετέχουν στο Διεθνές Διαγωνιστικό της φετινής επετειακής διοργάνωσης, αποτέλεσε την αφορμή ώστε οι δύο κινηματογραφιστές να μιλήσουν για τις ιδιαιτερότητες των γυρισμάτων των ταινιών τους. «Αυτή η ταινία ήταν ένα ρίσκο για μένα. Όλοι όσοι δούλεψαν σε αυτή ήταν έμπειροι επαγγελματίες, οι οποίοι όμως δέχθηκαν να εργαστούν δωρεάν. Ουσιαστικά δεν υπήρχε παραγωγή. Τα γυρίσματα διήρκεσαν 15-16 μέρες και η δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν να πείσω τους ηθοποιούς να δεχτούν να συμμετάσχουν δωρεάν, ξεκλέβοντας χρόνο από τις υπόλοιπες ασχολίες τους. Αντίθετα, για τους τεχνικούς, είναι πάντοτε ευκολότερο να προσαρμόσουν τα ωράριά τους», τόνισε ο Αχμέντ Αμπντάλα, σκηνοθέτης της ταινίας «Ηλιόπολις», η οποία ξετυλίγει την γλυκόπικρη καθημερινότητα της ζωής των κατοίκων του Καΐρου.
Ο αιγύπτιος δημιουργός διευκρίνισε ότι οι οικονομικοί και χρονικοί περιορισμοί των γυρισμάτων της ταινίας τον ώθησαν στο να δείξει «ελαστικότητα» ως προς τους διάλογους του φιλμ. «Το σενάριο ήταν μόνο 27 σελίδες. Εκείνο που επιθυμούσα εγώ ήταν να πάρουν οι ηθοποιοί μια ιδέα από αυτό και στην συνέχεια να διαμορφώσουν τους χαρακτήρες τους χωρίς να περιορίζονται από τους συγκεκριμένους διάλογους», είπε ο Αχμέντ Αμπντάλα. Και πρόσθεσε: «Το επίκεντρο της ταινίας, άλλωστε, δεν είναι οι άνθρωποι, αλλά η ίδια η γειτονιά του Καΐρου, την οποία θέλησα να δω με μια νοσταλγική ματιά. Οι σκηνές της ταινίας διαδοχικά συνθέτουν το παζλ της πόλης, την πορεία αυτής της γειτονιάς μέσα στο χρόνο».
Η ευελιξία και η λιτότητα του σεναρίου του ήταν ένα στοιχείο που καθόρισε την πορεία των γυρισμάτων και στην ταινία «Σαιντ Νικ» του Ντέιβιντ Λόβερυ, αλλά για διαφορετικούς λόγους σε σύγκριση με το «Ηλιόπολις». «Η ιστορία που αποτέλεσε τη βάση για την ταινία ήταν μικρή και την εξελίσσαμε όσο περνούσαν οι συνολικά 18 μέρες των γυρισμάτων. Για μένα, σημασία σε μια ταινία δεν έχουν τόσο τα λόγια, αλλά οι σιωπές. Γι’ αυτό, στα πρώτα 20 λεπτά της ταινίας ουσιαστικά δεν υπάρχουν διάλογοι. Με τον τρόπο αυτό, ο θεατής εισέρχεται σταδιακά στην ατμόσφαιρα όπου επιθυμώ να τον εισάγω», υποστήριξε ο αμερικανός σκηνοθέτης, ο οποίος στην ταινία του εξιστορεί το σκληρό οδοιπορικό δύο μικρών παιδιών που έχουν εγκαταλείψει το σπίτι τους. Αναφερόμενος στους δυο ανήλικους πρωταγωνιστές του, ο Ντέιβιντ Λόβερυ σημείωσε: «Η συμπεριφορά τους ήταν απόλυτα φυσική και προκειμένου να διατηρηθεί αυτό το στοιχείο, δεν τους ζήτησα καν να διαβάσουν το σενάριο. Τους το περιέγραψα εγώ και τους άφησα να το ερμηνεύσουν με δικά τους λόγια, χωρίς να αποστηθίσουν ούτε πρόταση. Είμαι τυχερός, γιατί είναι δύο παιδιά έξυπνα, δημιουργικά, με διαίσθηση, τα οποία οδήγησαν τις σκηνές της ταινίας σε κατευθύνσεις που ποτέ δεν θα περίμενα».
Όπως παρατήρησε η συντονίστρια της συζήτησης Έλενα Χριστοπούλου, ένα ακόμη κοινό στοιχείο ανάμεσα στις δύο ταινίες είναι η απουσία των αιτιών που εξηγούν τις αρχικές πράξεις των ηρώων, με βάση τις οποίες εξελίσσεται δραματουργικά το φιλμ. Σε αυτό το σημείο, ο Αχμέντ Αμπντάλα επικαλέστηκε τη γοητεία της ελλειπτικής αφήγησης, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Η σκηνή στην οποία ένας άνδρας κοιτά μέσα από μια μισάνοιχτη πόρτα, χωρίς όμως εμείς να βλέπουμε ό,τι βλέπει εκείνος και επομένως χρειάζεται να υποθέσουμε τι είναι αυτό κρίνοντας μόνο από την έκφρασή του, συμπυκνώνει την ιδέα που ήθελα να περάσω στην ταινία». Παρομοίως, ο Ντέιβιντ Λόβερυ υπογράμμισε: «Στην ταινία, αρχικά τα δύο αδέρφια το σκάνε από το σπίτι τους, αλλά η δοκιμασία που περνούν στην συνέχεια ήταν πιο ελκυστική για μένα. Γι’ αυτό, λοιπόν, δεν θεώρησα απαραίτητο να παρουσιάσω τους λόγους της αρχικής πράξης τους. Όσο για το στοιχείο που άντλησα από τη δική μου παιδική ηλικία και φρόντισα να εντάξω σε αυτήν την ταινία, θα έλεγα ότι ήταν η περιέργεια να εξερευνάς τα πάντα, αλλά και να εκπλήσσεσαι από τα πάντα, όπως ακριβώς κάνουν τα παιδιά».
Την απουσία διευκρινίσεων για την αρχική φυγή των δύο παιδιών από το σπίτι τους στην ταινία «Σαιντ Νικ» υπερασπίστηκε και ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ουάσιγκτον, Άντονυ Γκίτενς: «Το να μην ξέρεις το ‘’γιατί’’, αυξάνει το ενδιαφέρον σου στο ξεκίνημα της ταινίας. Όσο περνούν τα λεπτά, όμως, τόσο ξεχνάς το αρχικό αναπάντητο ερώτημα ‘’γιατί’’ και βαδίζεις αλλού, σε πιο σημαντικά μονοπάτια». Στη συνέχεια του «Κουβεντιάζοντας», ο κ. Γκίτενς μίλησε για τη διαδικασία οργάνωσης ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ, η οποία συνδυάζει στιγμές άγχους, αλλά και ικανοποίησης. «Αν οι ταινίες ενός φεστιβάλ μπορούν να παρομοιαστούν με έναν όμορφο κύκνο που πλέει στη λίμνη και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού, εμείς που εργαζόμαστε για αυτό το κινηματογραφικό γεγονός είμαστε τα πόδια του κύκνου, που πηγαίνουν διαρκώς πέρα - δώθε κάτω από την επιφάνεια του νερού, αλλά κανείς δεν τα βλέπει», υποστήριξε. Και πρόσθεσε «Υπάρχουν, όμως, και οι μαγικές στιγμές. Το ωραιότερο κομμάτι της δουλειάς, είναι όταν επιμένεις να προβληθεί μια ταινία στο φεστιβάλ, παρά τις τεχνικές και τις οποιεσδήποτε άλλες αντιξοότητες που μπορεί να προκύψουν, και στο τέλος γίνεσαι η αφορμή για να παρακολουθήσουν οι θεατές ένα υπέροχο φιλμ».
[Στην τοιχογραφία, βλέπεται το παιχνίδι στα χέρια του μικρού -ένα είδος τσέρκι, έως και τη δεκαετία του ΄70 στα επαρχιωτόπουλα παιδιά, που δεν είχαν και μεγάλες πολυτέλειες στα παιχνίδια τους. Στην συνέχεια, φωτογραφία το ίδιο το παιχνίδι, ηλικίας 2.500 χρόνων].
Από την πλευρά του, ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λόβερυ τόνισε επίσης την σημασία του ρόλου των κριτικών κινηματογράφου: «Υπάρχει όντως μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ δημιουργού και κριτικού. Όχι μόνο επειδή μια κριτική μπορεί να ενθαρρύνει ή να αποθαρρύνει τους θεατές, αλλά και επειδή αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης για τον ίδιο τον σκηνοθέτη. Για εμένα, οι αρνητικές κριτικές είναι εξίσου πολύτιμες με τις θετικές, αρκεί να είναι καλογραμμένες, δηλαδή να τεκμηριώνουν την άποψη που εκφράζουν. Προσωπικά, αυτού του είδους οι κριτικές με κάνουν να σκεφτώ τι δεν έκανα καλά».
ΕΝΑΡΞΗ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" / "4 ΓΩΝΙΕΣ"
Ξεκίνησαν χθες, Πέμπτη 19 Νοεμβρίου, στην Αποθήκη 13 οι εργασίες του εκπαιδευτικού προγράμματος «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης» του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η συγκεκριμένη εκπαιδευτική πρωτοβουλία υλοποιείται για τέταρτη συνεχή χρονιά στο πλαίσιο της Αγοράς του Φεστιβάλ, σε συνεργασία με το Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και θα διαρκέσει από την Παρασκευή 20 Νοεμβρίου μέχρι την Κυριακή 22 Νοεμβρίου.
Η επιτυχημένη λειτουργία του προγράμματος «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης» από την πρώτη κιόλας χρονιά του, οδήγησε σε περαιτέρω επέκταση και διεθνοποίησή του, δίνοντας το έναυσμα για τη δημιουργία του ευρωπαϊκού προγράμματος «4 Γωνίες», που στη συνέχεια αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες του. Στο Four Corners, το οποίο έχει επιτύχει χρηματοδότηση και υποστήριξη από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα «ΜΜΕ», συμμετέχουν τέσσερις μεγάλες σχολές κινηματογράφου: το Τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ. (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης) από την Ελλάδα, Ίδρυμα από τη Μεγάλη Βρετανία, η «ΕΣΚΑΚ» από την Ισπανία και από φέτος η «ΝΑΦΤΑ», Ακαδημία Κινηματογράφου της Βουλγαρίας.
Την έναρξη των εργασιών του «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης» χαιρέτησε η διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινα Μουζάκη, η οποία ανέφερε ότι από το 2006 μέχρι σήμερα το διαπολιτισμικό πρόγραμμα Four Corners παρουσιάζει μια πολύ ελπιδοφόρα εξέλιξη. Φέτος συμμετέχουν 33 φοιτητές από την Ελλάδα, τη Βρετανία, την Ισπανία και τη Βουλγαρία, δηλαδή τις χώρες - εταίρους του προγράμματος, καθώς και από τη Γερμανία, την Εσθονία, τη Σλοβενία και τη Ρουμανία. «Σας καλωσορίζω στα σεμινάρια του «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης». Εδώ θα αποκομίσετε γνώση και εμπειρία από τους ειδικούς του χώρου και θα πάρετε μια γεύση από τη βιομηχανία του κινηματογράφου» είπε η κ. Μουζάκη, απευθυνόμενη στους συμμετέχοντες στο «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης», ενώ επίσης τόνισε ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα συνεχίσει να στηρίζει το θεσμό του «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Τμήματος Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Νίκος Τσινίκας, σημείωσε: «Ελπίζω το φετινό πρόγραμμα «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης» να αποδειχθεί δημιουργικό. Μέσω τέτοιων διαπολιτισμικών προγραμμάτων, φοιτητές από διαφορετικές χώρες έχουν την ευκαιρία να συνεργαστούν για έναν κοινό σκοπό: να εκφράσουν τη δημιουργικότητά τους μέσα από τις δικές τους ταινίες. Ίσως μετά από μερικά χρόνια δούμε τους καρπούς αυτής της συνεργασίας στις οθόνες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης».
Με τη σειρά του, ο υπεύθυνος σπουδών της «ΕΣΚΑΚ», Κρίστιαν Ρουθ, ανέφερε ότι έπειτα από τρία workshops στην Ισπανία, τη Βρετανία και τη Βουλγαρία, οι φοιτητές είναι έτοιμοι να επικεντρωθούν σε θέματα παραγωγής και υλοποίησης των projects που έχουν σχεδιάσει. Από την πλευρά του, ο Peter Belsito, σύμβουλος μάρκετινγκ του «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης»/«4 Γωνίες», σημείωσε ότι το δύσκολο μέρος δεν είναι να γράψει κανείς ένα σενάριο και να γυρίσει μια ταινία, αλλά να φτάσει η ταινία του στο κοινό, γι’ αυτό και, όπως είπε, το «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης» θα επικεντρωθεί σε θέματα διανομής, μάρκετινγκ και πωλήσεων.
Η σύμβουλος εκπαιδευτικών προγραμμάτων και υπεύθυνη εκδόσεων του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Αθηνά Καρτάλου τόνισε ότι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν δυναμικά, ενώ η συντονίστρια του προγράμματος «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης»/«4 Γωνίες», Θέμις Βελένη, παρουσίασε τις λεπτομέρειες του τριήμερου εκπαιδευτικού προγράμματος, κατά τη διάρκεια του οποίου οι ειδικευόμενοι στην παραγωγή φοιτητές θα έχουν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν προτάσεις σεναρίων σε ολιγομελείς ομάδες, να παρακολουθήσουν σεμινάρια και να επιμορφωθούν επάνω στο γνωστικό τους αντικείμενο.
Το πρόγραμμα «Εργαστήριο της Θεσσαλονίκης»/«4 Γωνίες» πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και του προγράμματος «ΜΜΕ».
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΒΕΡΝΕΡ ΧΕΡΤZΟΓΚ
«Είμαστε ευτυχισμένοι που φιλοξενούμε φέτος την ρετροσπεκτίβα του έργου του Βέρνερ Χέρτζογκ. Δεν γνωρίζω αν θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσω κυνηγό, πολεμιστή ή αθλητή του σινεμά, αλλά είναι βέβαιο ότι αντιμετωπίζει κάθε ταινία του σαν πρόκληση και βγαίνει μεγαλύτερος από τη ζωή. Ταυτόχρονα, όμως, κάνει και εμάς που βλέπουμε τις δημιουργίες του να αισθανόμαστε μεγαλύτεροι από τη ζωή»., επεσήμανε ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Χωραφάς.
Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο γερμανός κινηματογραφιστής, ο οποίος, αφού ευχαρίστησε την Θεσσαλονίκη για την θερμή φιλοξενία, διηγήθηκε ένα περιστατικό από την πρώτη του επίσκεψη στην πόλη. «Όταν ήμουν 15 ετών, είχα ξεκινήσει να επισκεφτώ την Ελλάδα για να ακολουθήσω τα χνάρια του παππού μου, που ήταν αρχαιολόγος στην Κω. Έφτασα στη Θεσσαλονίκη έπειτα από ολονύχτιο ταξίδι με οτοστόπ, ωστόσο ενώ βρισκόμουν περίπου 100 μέτρα από την προκυμαία, ξαφνικά άρχισε να αιμορραγεί η μύτη μου. Μια κυρία που έμενε σε ένα κοντινό διαμέρισμα με είδε, μου έφερε μια πετσέτα για να σταματήσει η ρινορραγία, με περιέθαλψε και μου πρόσφερε καφέ. Αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση από την Ελλάδα και από τη Θεσσαλονίκη», είπε ο Βέρνερ Χέρτζογκ, και πρόσθεσε: «Γύρισα την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου, τα Σημάδια Ζωής, στην Κω και Κρήτη, ενώ επίσης έχω κάνει και μια ταινία μικρού μήκους στα ελληνικά».
Αναφορικά με το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην Ελλάδα για να γυρίσει κάποια ταινία, ο σπουδαίος δημιουργός τόνισε: «Αν είχα μια καλή ιστορία, θα ερχόμουν και θα ξεκινούσα τα γυρίσματα μέσα σε 5 λεπτά. Για μένα, το παν είναι η ιστορία που έχεις να διηγηθείς. Σε γεμίζει ορμή προκειμένου να την μετατρέψεις σε ταινία». Χαρακτηριστικά ως προς αυτή την άποψη, ο Βέρνερ Χέρτζογκ διηγήθηκε το πώς προέκυψε η ταινία «Γκρίζλυ Μαν»: «Βρισκόμουν στο σπίτι ενός φίλου μου, ο οποίος είναι παραγωγός, και ψάχνοντας τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου για να φύγω, συμπτωματικά έπεσε το βλέμμα μου σε κάτι σελίδες που υπήρχαν στο γραφείο του, στις οποίες αναφερόταν μια ιστορία για μια αρκούδα που κατασπάραξε ένα ζευγάρι. Αυτή η σύμπτωση ήταν αρκετή για να προσελκύσει το ενδιαφέρον μου και να θελήσω να κάνω την ταινία».
Μιλώντας για τις δημιουργικές φιλοδοξίες του, ο Βέρνερ Χέρτζογκ τόνισε: «Θέλω να κάνω όσο καλύτερες ταινίες μπορώ, να είμαι καλός αφηγητής ιστοριών, να είμαι καλός στρατιώτης του σινεμά. Αυτό είναι όλο». Η φήμη του, πάντως, είναι κάτι που τον ακολουθεί πιστά καθ’ όλη την κινηματογραφική του πορεία. Ο ίδιος δήλωσε σχετικά: «Μακάρι να μπορούσα να φτιάχνω ταινίες ανώνυμος, σαν τους ζωγράφους του Μεσαίωνα, που δεν είναι γνωστοί με το όνομά τους, παρά μόνο ως ο ‘’δάσκαλος από την Κολονία που δημιούργησε το τάδε τρίπτυχο’’, για παράδειγμα. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα ήταν η πιο υπέροχη εμπειρία για μένα».
Ερωτώμενος για το πώς καταφέρνει να είναι τόσο δημιουργικός στα 67 του χρόνια, υπογράφοντας φέτος δύο ταινίες μεγάλου μήκους και ενδιάμεσα μία ταινία μικρού μήκους, ο Βέρνερ Χέρτζογκ απέδωσε το γεγονός στην εμπειρία του: «Πλέον έχω μάθει να γυρίζω μόνο όσα πλάνα χρειάζομαι και αποφεύγω τις περιττές λήψεις, έτσι ώστε να επιταχύνω τη διαδικασία του μοντάζ. Με το ψηφιακό μοντάζ, άλλωστε, η διαδικασία του μονταρίσματος μπορεί να προχωρά εξίσου γρήγορα με την ίδια την σκέψη μου. Τα γυρίσματα για την ταινία Γιε μου, γιε μου τι έκανες; κράτησαν 19 μέρες και το μοντάζ τέλειωσε μερικές μέρες αργότερα, επειδή εκμεταλλευόμουν τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα στο ενδιάμεσο. Συνολικά, η διαδικασία από την αρχή των γυρισμάτων μέχρι την παράδοση της ταινίας, διήρκεσε μόνο πέντε εβδομάδες. Όταν, λοιπόν, ακούω να μιλούν με θαυμασμό για άλλους σκηνοθέτες που βρίσκονται ενάμιση χρόνο στο μοντάζ μιας ταινίας, σκέφτομαι απλά ότι στην παραγωγή κάτι τέτοιο θα στοιχίζει μια περιουσία».
Σε ερώτηση σχετικά με την έντονη παρουσία του φυσικού στοιχείου που ενυπάρχει σε πολλές ταινίες του, ο Βέρνερ Χέρτζογκ σχολίασε: «Όντως, πολλές φορές υπάρχει στις ταινίες μου η σύγκρουση με τη φύση και η προσπάθεια του ανθρώπου να την αψηφήσει, ωστόσο σε κάποιες άλλες, απλώς υμνείται το μεγαλείο της φύσης». Απαντώντας στο κατά πόσο δελεάζεται από το ενδεχόμενο να μεταφέρει στο σινεμά μια αρχαία ελληνική τραγωδία, ο Βέρνερ Χέρτζογκ αναφέρθηκε στην ταινία Γιε μου, γιε μου τι έκανες, λέγοντας πρόκειται για «μια ταινία που διαθέτει στοιχεία από αρχαία ελληνική τραγωδία». Ο γερμανός κινηματογραφιστής, πάντως, αποκήρυξε κατηγορηματικά την επιστήμη της ψυχανάλυσης και τον Ζίγκμουντ Φρόιντ, λέγοντας τα εξής: «Η ψυχανάλυση είναι από τις μεγαλύτερες βλακείες και μεγαλύτερα λάθη του 20ού αιώνα. Πιστεύω ότι το να εξηγούμε κάθε σκοτεινή γωνία του εαυτού μας είναι νοσηρό, βλακώδες και επικίνδυνο. Αν φωτίσεις κάθε γωνιά του σπιτιού σου με εκτυφλωτικό φως, τότε το σπίτι γίνεται μη κατοικήσιμο. Έτσι ακριβώς και ο άνθρωπος γίνεται ανυπόφορος για τον εαυτό του, εάν αναλύσει κάθε σημείο της ύπαρξής του. Η ψυχανάλυση είναι σαν την Ιερά Εξέταση. Για μένα, ο Φρόιντ ήταν υπαίτιος για ένα καταστροφικό γεγονός ανάλογης έκτασης με την Ιερά Εξέταση».
Ο πρωτοπόρος δημιουργός δεν παρέλειψε να μιλήσει και για τη μεγάλη αγάπη του για τα σπορ που απαιτούν μεγάλες αντοχές και ανάλογα αποθέματα ενέργειας: «Για να ανέβω στο πυγμαχικό ρινγκ, πρέπει να έχω 3-4 μέρες ελεύθερες. Μου αρέσουν τα αθλήματα που έχουν σωματική επαφή. Είναι σημαντικό να έχεις σωματικό θάρρος και να αποκτάς προσανατολισμό μέσω των σπορ. Για παράδειγμα, το μπάσκετ υψηλού επιπέδου είναι καταπληκτικό. Χαρακτηρίζεται από έναν απίστευτο συγχρονισμό κινήσεων. Αυτό είναι ένα στοιχείο που οφείλει να διαθέτει ο δημιουργός, προκειμένου να κατανοεί τη ‘’χορογραφία’’ των ηθοποιών και τη ‘’χορογραφία’’ της κάμερας».
TIMHΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΚΟΡΑΝ ΠΑΣΚΑΛΙΕΒΙΤΣ
«Είμαστε πολύ χαρούμενοι που βραβεύουμε έναν κινηματογραφιστή της εποχής μας και της γειτονιάς μας. Γκόραν, αυτό το βραβείο έχει διπλή σημασία: από τη μια πλευρά, συμβολίζει όλα όσα πέτυχες μέχρι σήμερα και από την άλλη, όσα περιμένουμε από εσένα αύριο», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Χωραφάς, απευθυνόμενος στον σέρβο σκηνοθέτη.
Η διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινα Μουζάκη απένειμε τον Χρυσό Αλέξανδρο στον καταξιωμένο δημιουργό.
Ο Γκόραν Πασκάλιεβιτς ευχαρίστησε το Φεστιβάλ και το κοινό που τον τίμησε με την παρουσία του στις ταινίες οι οποίες προβλήθηκαν στο πλαίσιο του αφιερώματος που πραγματοποιεί στο έργο του η φετινή επετειακή διοργάνωση. «Φαίνεται ότι το σινεμά δεν πεθαίνει», τόνισε ο ίδιος απευθυνόμενος στους θεατές και συμπλήρωσε: «Είναι υποχρέωση μου να κάνω κι άλλες ταινίες. Θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το βραβείο στους ηθοποιούς μου, χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσα να γυρίσω καμία ταινία. Είμαι πολύ ευχαριστημένος που στην νέα μου δουλειά Ταξίδια του μέλιτος είχαμε μια πετυχημένη συνεργασία μεταξύ Σερβίας και Αλβανίας». Έπειτα κάλεσε στη σκηνή του Ολύμπιον τους συντελεστές του φιλμ, οποίοι τόνισαν πως είναι χαρά και τιμή τους που δουλεύουν με έναν άνθρωπο που έχει το θάρρος να εκφράζει ανεμπόδιστα τη γνώμη του.
Μετά την απονομή του Χρυσού Αλέξανδρου στον Γκόραν Πασκάλιεβιτς προβλήθηκε η μικρού μήκους ταινία του Ο κύριος Χράσκα, ενώ η βραδιά έκλεισε με την προβολή της τελευταίας ταινίας του σέρβου σκηνοθέτη Ταξίδια του μέλιτος, η οποία γεφυρώνει κινηματογραφικά για πρώτη φορά τη Σερβία και την Αλβανία.
ΣΙΝΤ ΓΚΑΝΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡ ΧΟΛΣΤ
Ομιλητές της ανοιχτής συζήτησης ήταν ο Σιντ Γκάνις, παραγωγός και μέχρι πρόσφατα πρόεδρος της αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών, και ο Περ Χολστ, παραγωγός και μέλος του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, οι οποίοι παρέθεσαν τις απόψεις τους και κατέθεσαν την πολύτιμη εμπειρία τους σε μια κουβέντα που συντόνισε ο δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Κρασσακόπουλος. Το παρών στην εκδήλωση έδωσαν ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Γιώργος Χωραφάς και η διευθύντρια Δέσποινα Μουζάκη.
Σε αντίθεση με πολλούς συμπατριώτες του, οι οποίοι –όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο ίδιος - πιστεύουν ότι δεν γυρίζονται ταινίες πουθενά αλλού στον κόσμο παρά μόνο στην Αμερική, ο Σιντ Γκάνις έδωσε το στίγμα της Ακαδημίας ως έναν διεθνή οργανισμό ο οποίος επιδιώκει καταρχάς να υλοποιεί κινηματογραφικά projects σε συνεργασία με διεθνείς φορείς, όπως π.χ. την ιρανική ένωση σκηνοθετών, ενώ παράλληλα έχει ως στόχο να προωθεί τη παγκόσμια κινηματογραφία εντός και εκτός συνόρων των ΗΠΑ.
ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ «ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΩΝ: Τα μυστικά του ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΤΕΛ ΤΟΡΟ»
Στον σύντομο χαιρετισμό που απηύθυνε ο Εουχένιο Καμπαγιέρο στην εκδήλωση, υπογράμμισε την επιρροή που άσκησε στο έργο του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο ο καθολικισμός, ο οποίος αποτέλεσε μια πηγή καταπίεσης για τον σκηνοθέτη, οδηγώντας τον ωστόσο στο να αναζητήσει διέξοδο στην Έβδομη Τέχνη. Επιπλέον, επεσήμανε το πόσο σημαντική ήταν η συνεργασία του με τον Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο στην ταινία Ο Λαβύρινθος του Πάνα, τονίζοντας ότι στη συγκεκριμένη δουλειά, πρωταρχικό καθήκον του ίδιου ως καλλιτεχνικός διευθυντής και σχεδιαστής παραγωγής ήταν να αναζητήσει την ατμόσφαιρα και το ‘’χρώμα’’ της ταινίας.
Η επιμελήτρια της έκθεσης, Μάριον Ιγγλέση, επεσήμανε την μαγεία της εξέλιξης ενός σκίτσου στο τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή την κινηματογραφική ταινία. Παράλληλα, η ίδια δεν παρέλειψε να τονίσει ότι πρόκειται για μια παρασκηνιακή δουλειά, η οποία απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό συνεργατών, μεγάλη προσπάθεια και δημιουργικότητα.
Σ.Σ.: Οι φωτογραφίες είναι από το αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης...